συλλαλητήρια ζητά δικαιοσύνη.
Αύριο θα γίνει η αγόρευση της εισαγγελέως για το έγκλημα στο
Μάτι, ευελπιστώντας σε μια καταδίκη των υπευθύνων αποδίδοντας δικαιοσύνη.
Αλλά πως να αποδοθεί δικαιοσύνη, όταν η ίδια η λειτουργία
των δικαστηρίων στην Ελλάδα είναι δομημένη με ανισότητες.
Οι δικαστές δεν αποδίδουν δικαιοσύνη, απλά εφαρμόζουν τους
νόμους.
Θα γίνω πιο σαφής.
Στην ιδανική τους μορφή, τα δικαστήρια πρέπει να αποδίδουν
δικαιοσύνη, αλλά στην πράξη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τους νόμους. Η
δικαιοσύνη είναι μια ηθική έννοια, ενώ ο νόμος είναι ένα θεσμικό πλαίσιο που
μπορεί να μην ανταποκρίνεται πάντα στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, η δικαστική εξουσία λειτουργεί
με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή. Οι δικαστές έχουν
κάποιο περιθώριο ερμηνείας, ιδιαίτερα σε ασαφείς ή ατελείς διατάξεις, αλλά δεν
μπορούν να παραβλέψουν τον νόμο ακόμα κι αν θεωρούν ότι είναι άδικος.
Υπάρχουν βέβαια περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις των
δικαστηρίων δείχνουν ότι το νομικό πλαίσιο δεν είναι πάντα συνώνυμο της
δικαιοσύνης.
Οι νόμοι συχνά αφήνουν περιθώρια ερμηνείας, και δεν είναι
τυχαίο ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η ερμηνεία αυτή φαίνεται να ευνοεί
τους ισχυρούς—είτε αυτοί είναι το κράτος, οι μεγάλες επιχειρήσεις ή γενικότερα
όσοι έχουν τη δυνατότητα να κινηθούν πιο αποτελεσματικά μέσα στο νομικό
σύστημα.
Ένα βασικό ζήτημα είναι ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν
είναι ίδια για όλους. Όποιος έχει χρήματα και ισχύ μπορεί να πληρώσει
καλύτερους δικηγόρους, να τραβήξει υποθέσεις στα άκρα ή να αξιοποιήσει
παραθυράκια του νόμου. Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ότι η δικαιοσύνη δεν είναι
πραγματικά τυφλή, αλλά λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο ανισότητας.
Επίσης, πολλές φορές οι ίδιοι οι δικαστές προέρχονται από
συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα, πράγμα που μπορεί να επηρεάζει την κρίση τους,
έστω και ασυνείδητα.
Πιστεύω πως για να αλλάξει αυτή η κατάσταση η λύση είναι
δημιουργία νέου συντάγματος.
Η αναθεώρηση ή η δημιουργία νέου Συντάγματος είναι μια
πολιτική διαδικασία που απαιτεί ισχυρή βούληση από την εκάστοτε κυβέρνηση και,
φυσικά, την υποστήριξη της κοινωνίας. Στην Ελλάδα, το Σύνταγμα μπορεί να
αναθεωρηθεί μόνο μέσω μιας πολύπλοκης διαδικασίας που απαιτεί αυξημένες
πλειοψηφίες στη Βουλή. Για ριζική αλλαγή, όπως η δημιουργία νέου Συντάγματος,
θα χρειαζόταν είτε μια ευρεία πολιτική συναίνεση (κάτι σπάνιο) είτε μια μεγάλη
λαϊκή πίεση.
Το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες συχνά επιλέγουν κυβερνήσεις
που δεν έχουν πραγματικό ενδιαφέρον για αλλαγές που θα ενίσχυαν τη δικαιοσύνη
και τη διαφάνεια, γιατί αυτές οι αλλαγές θα έθιγαν τα συμφέροντα των ίδιων των
κυβερνώντων και των υποστηρικτών τους. Έτσι, η κατάσταση διαιωνίζεται.
Επομένως, το βασικό ερώτημα είναι: μπορεί να αλλάξει η
πολιτική συνείδηση των πολιτών ώστε να απαιτήσουν και να υποστηρίξουν μια
τέτοια αλλαγή; Ή είναι πολύ βαθιά ριζωμένος ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το
σύστημα;
Η δική μου άποψη είναι ότι είναι πολύ δύσκολο αυτό γιατί για
να συμβεί θα πρέπει να υπάρξει κυβέρνηση που να θέλει να το κάνει. Δυστυχώς οι
Έλληνες με την επιλογή της ψήφου δεν αφήνουν περιθώριο για κάτι τέτοιο.
Και λόγο του ότι δεν θα μπορέσει να υπάρξει μια ευρεία
πολιτική συναίνεση το μόνο που μένει είναι μια μεγάλη λαϊκή πίεση.