Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί


Τα τελευταία δέκα χρόνια που ασχολούμαι με τη γραφή, έχω την ίδια άποψη για αυτούς τους διαγωνισμούς και την τηρώ απαρέγκλιτα.

Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η λογοτεχνία είναι ένας στίβος όπου η ψυχή του δημιουργού βαθμολογείται, κατατάσσεται και αποκτά αξία μέσα από τίτλους και βραβεία με βαρύγδουπες ονομασίες. Η γραφή είναι η πιο προσωπική κατάθεση ενός ανθρώπου. Δεν είναι άθλημα ούτε διαγωνισμός.

Με ξενίζει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι πολλοί από όσους σήμερα κατακρίνουν αυτούς τους διαγωνισμούς επειδή απαιτούν χρηματική συμμετοχή είναι οι ίδιοι που, κατά καιρούς, αναρτούν με υπερηφάνεια τις διακρίσεις και τα βραβεία που απέσπασαν σε αντίστοιχες διοργανώσεις. Αν θεωρούμε ότι ένας θεσμός είναι προβληματικός, τότε οφείλουμε να είμαστε συνεπείς απέναντι στις αρχές μας και όχι να τον αποδεχόμαστε όταν μας ευνοεί και να τον απορρίπτουμε όταν παύει να μας εξυπηρετεί.

Δεν αμφισβητώ τις γνώσεις κανενός, είτε πρόκειται για καταξιωμένο λογοτέχνη είτε για φιλόλογο. Όμως η γνώση δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να ανακηρυχθεί κριτής της ψυχής ενός άλλου ανθρώπου. Η τέχνη δεν χωρά σε βαθμολογικά φύλλα ούτε μετριέται με μετάλλια.

Για μένα, το μεγαλύτερο βραβείο ενός συγγραφέα δεν είναι μια πλακέτα, ένα δίπλωμα ή ένας εντυπωσιακός τίτλος. Είναι να βρει έστω έναν αναγνώστη που θα συγκινηθεί, θα ταυτιστεί και θα κουβαλήσει τα λόγια του μέσα του. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δικαίωση της λογοτεχνίας.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω κάτι που, κατά την άποψή μου, είναι κοινό μυστικό στον λογοτεχνικό χώρο: δεν είναι λίγες οι φορές που παρατηρούνται αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, ανταλλαγές βραβεύσεων και αλληλοπροβολή μεταξύ ορισμένων προσώπων, είτε μέσω ενώσεων και σωματείων είτε μέσω εκδοτικών οίκων. Αυτό ασφαλώς δεν αφορά τους πάντες, όμως αρκεί για να γεννά εύλογους προβληματισμούς σχετικά με την αντικειμενικότητα ορισμένων διακρίσεων.

Ας δείξουμε, λοιπόν, περισσότερο σεβασμό στη δική μας γραφή και στη γραφή των ομοτέχνων μας. Γιατί η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη από κριτές της ψυχής· έχει ανάγκη από ειλικρινείς δημιουργούς και αληθινούς αναγνώστες

 



Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

«Καλοτάξιδο»… αλλά με τι καύσιμα;

Καλοτάξιδο

Υπάρχει μια ευχή που συνοδεύει σχεδόν κάθε νέο βιβλίο.
Ένα «καλοτάξιδο» γραμμένο βιαστικά κάτω από μια ανάρτηση, με μια καρδούλα, ίσως κι ένα emoji βιβλίου για να φαίνεται πιο «ζεστό».
Και κάπου εκεί, πολλοί θεωρούν πως έκαναν το χρέος τους απέναντι στον συγγραφέα.

Μόνο που τα βιβλία δεν ταξιδεύουν με ευχές.

Δεν είναι καραβάκια από χαρτί να τα φυσήξει ο αέρας των κοινωνικών δικτύων.
Τα βιβλία ταξιδεύουν όταν διαβάζονται.
Όταν αγοράζονται.
Όταν βρίσκουν θέση σε μια βιβλιοθήκη, σε ένα κομοδίνο, σε μια τσάντα, σε ένα χέρι που θα γυρίσει τις σελίδες τους.

Γιατί εκεί αρχίζει πραγματικά το ταξίδι τους.

Ο συγγραφέας δεν ζητά ελεημοσύνη ούτε υποχρεωτική στήριξη.
Ξέρει πολύ καλά πως δεν μπορούν όλοι να αγοράσουν ένα βιβλίο. Και αυτό είναι απολύτως σεβαστό.
Άλλωστε υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται ακόμη και στα βασικά της καθημερινότητας.

Υπάρχει όμως κάτι παράξενο στην εποχή μας:
Άνθρωποι που ξοδεύουν χωρίς δεύτερη σκέψη χρήματα σε ανούσιες αγορές, σε έναν καφέ παραπάνω, σε μια βραδινή έξοδο, σε πράγματα που ξεχνιούνται μέσα σε λίγες ώρες, αντιμετωπίζουν το βιβλίο σχεδόν σαν… φιλανθρωπία.

Κι έτσι, το «καλοτάξιδο» καμιά φορά ακούγεται σαν εκείνο το τυπικό:
«Να ζήσετε», από άνθρωπο που ούτε στον γάμο θα ερχόταν.

Το πιο ειρωνικό όμως είναι άλλο.
Πολλοί από αυτούς που εύχονται δημόσια, θέλουν στην πραγματικότητα να φανούν παρόντες. Να δηλώσουν συμμετοχή στη στιγμή. Να ακουμπήσουν λίγο από τη χαρά της δημιουργίας χωρίς ποτέ να πλησιάσουν πραγματικά το έργο.

Και κάπως έτσι, τα κοινωνικά δίκτυα γέμισαν “καλοτάξιδα”, αλλά άδειασαν οι βιβλιοθήκες.

Ίσως λοιπόν να χρειαζόμαστε περισσότερη ειλικρίνεια και λιγότερες αυτόματες ευχές.
Γιατί η αληθινή στήριξη προς έναν συγγραφέα δεν είναι το σχόλιο κάτω από την ανάρτηση.

Είναι η πράξη.

Να πάρεις το βιβλίο.
Να το διαβάσεις.
Να μιλήσεις γι’ αυτό.
Να το χαρίσεις σε κάποιον άλλο.
Να βοηθήσεις το ταξίδι του να συνεχιστεί.