Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η
λογοτεχνία είναι ένας στίβος όπου η ψυχή του δημιουργού βαθμολογείται,
κατατάσσεται και αποκτά αξία μέσα από τίτλους και βραβεία με βαρύγδουπες
ονομασίες. Η γραφή είναι η πιο προσωπική κατάθεση ενός ανθρώπου. Δεν είναι
άθλημα ούτε διαγωνισμός.
Με ξενίζει ακόμη περισσότερο το
γεγονός ότι πολλοί από όσους σήμερα κατακρίνουν αυτούς τους διαγωνισμούς επειδή
απαιτούν χρηματική συμμετοχή είναι οι ίδιοι που, κατά καιρούς, αναρτούν με
υπερηφάνεια τις διακρίσεις και τα βραβεία που απέσπασαν σε αντίστοιχες
διοργανώσεις. Αν θεωρούμε ότι ένας θεσμός είναι προβληματικός, τότε οφείλουμε
να είμαστε συνεπείς απέναντι στις αρχές μας και όχι να τον αποδεχόμαστε όταν
μας ευνοεί και να τον απορρίπτουμε όταν παύει να μας εξυπηρετεί.
Δεν αμφισβητώ τις γνώσεις
κανενός, είτε πρόκειται για καταξιωμένο λογοτέχνη είτε για φιλόλογο. Όμως η
γνώση δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να ανακηρυχθεί κριτής της ψυχής ενός
άλλου ανθρώπου. Η τέχνη δεν χωρά σε βαθμολογικά φύλλα ούτε μετριέται με μετάλλια.
Για μένα, το μεγαλύτερο βραβείο
ενός συγγραφέα δεν είναι μια πλακέτα, ένα δίπλωμα ή ένας εντυπωσιακός τίτλος.
Είναι να βρει έστω έναν αναγνώστη που θα συγκινηθεί, θα ταυτιστεί και θα
κουβαλήσει τα λόγια του μέσα του. Εκεί βρίσκεται η πραγματική δικαίωση της
λογοτεχνίας.
Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω κάτι
που, κατά την άποψή μου, είναι κοινό μυστικό στον λογοτεχνικό χώρο: δεν είναι
λίγες οι φορές που παρατηρούνται αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, ανταλλαγές βραβεύσεων
και αλληλοπροβολή μεταξύ ορισμένων προσώπων, είτε μέσω ενώσεων και σωματείων
είτε μέσω εκδοτικών οίκων. Αυτό ασφαλώς δεν αφορά τους πάντες, όμως αρκεί για
να γεννά εύλογους προβληματισμούς σχετικά με την αντικειμενικότητα ορισμένων
διακρίσεων.
Ας δείξουμε, λοιπόν, περισσότερο
σεβασμό στη δική μας γραφή και στη γραφή των ομοτέχνων μας. Γιατί η λογοτεχνία
δεν έχει ανάγκη από κριτές της ψυχής· έχει ανάγκη από ειλικρινείς δημιουργούς
και αληθινούς αναγνώστες
